ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ
Μπορεί να μην θυμάται πολλές φορές τι έφαγε εχθές, αλλά τις μνήμες απ’ τα ταξίδια του δεν τις ξεχνά. Εκφράζει διαρκώς την ευγνωμοσύνη του για τους ανθρώπους πλάι στους οποίους ταξίδεψε, μαθαίνοντας από ‘κείνους την ναυτοσύνη.
Ανάμεσα στη ΒΑ άκρη της Χίου και τη μικρασιατική χερσόνησο της Ερυθραίας στολίζουν το ΒΑ Αιγαίο οι Οινούσσες ή αλλιώς Οινόεσσα – Οινούσσα, μία συστάδα νησιών και νησιδίων, με ένα μόνο όπως και το μεγαλύτερο εξ αυτών σήμερα κατοικούμενο. Μολονότι οφείλει το όνομά του στον εξαιρετικό αρχαιόθεν οίνο του, χρησιμοποιείται και η ονομασία Εγνούσ(σ)α ή Αιγνού(σ)σα, που ανάλογα με τη γραφή οφείλεται στην αφθονούσα λυγαριά (αρχ. ἄγνος ) ή και στις αίγες του νησιού. Κατά τον 17ο αι. τα νησιά κατοικούνται αρχικά περιστασιακά από αγρότες και κτηνοτρόφους Χιώτες κυρίως από τα Καρδάμυλα, οι οποίοι εγκαθίστανται μόνιμα τον 18ο αι. δημιουργώντας τον πρώτο οικισμό στην θέση Κάστρο. Σε σχέση με το προερχόμενο όνομα από τη λέξη ἄγνος, πιο ορθός είναι ο Μελέτιος που αναφέρει το Ἀγνοῦσαι, ο οποίος όμως παραδίδει και το Σπαλματῶροι που δόθηκε, όπως γράφει, από τους Ιταλούς. Αλλά και ο Smith καταθέτει το όνομα Σπαλμαντόρες (Spalmadores) ή Ἐργονήσι (Ergonisi). Πράγματι, οι δυτικές Οινούσσες αποκαλούνται από τους ναυτικούς Σπαλματόρια και οι ανατολικές Όρσες. Ανάμεσα σε Χίο και Οινούσσες υπάρχει μια στενή διάβαση, την οποία διαχωρίζει η σκοπελώδης νησίδα Στρόβιλος, Στρόβηλος ή Στροβέλι κατά τον Μελέτιο.
Εξ αιτίας της γεωστρατηγικής τους θέσης μεταξύ Ελλάδας – Μικράς Ασίας αλλά και Νοτίου Αιγαίου – Στενών του Βοσπόρου, αναφέρονται ήδη από την αρχαιότητα. Η παλαιότερη αναφορά του συμπλέγματος των Οινουσσών ανήκει στον Εκαταίο (6ος-5ος αι. π.Χ.), που καταγράφοντάς το στον πληθυντικό αριθμό (Οἰνοῦσσαι) καταθέτει πως είναι νησιά γειτονικά της Χίου (νῆσοι τῇ Χίῳ προσεχεῖς), όπως μας πληροφορούν ο Ηρωδιανός και ο Στέφανος ο Βυζάντιος. Όταν το 560 π.Χ. οι Πέρσες κατέλαβαν τη Φώκαια και οι Φωκαιείς ζήτησαν από τους Χίους να αγοράσουν τις Οινούσσες, εκείνοι αρνήθηκαν από φόβο μήπως τα νησιά αυτά εξελιχθούν σε εμπορικό κέντρο και η Χίος απομονωθεί, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος.
Αλλά και ο Θουκυδίδης κατονομάζοντας τις Οινούσσες νησιά κοντά στη Χίο, τις αναφέρει ως ορμητήριο των Αθηναίων (ἔκ τε Οἰνουσσῶν τῶν πρὸ Χίου νήσων) στις ναυτικές τους επιχειρήσεις κατά της Χίου. Περαιτέρω, ο Πλίνιος καταγράφει το νησί στον ενικό αριθμό ως Οἰνοῦσα (Oenusa), μαζί με κάποια πέριξ νησιά, προφανώς ανήκοντα στο σύμπλεγμα των Οινουσσών, ενώ παρακάτω προσθέτει κι άλλα που απέχουν ίση απόσταση από τη Χίο και τις Ερυθρές της Ιωνίας. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος καταγράφει το εθνικό Οἰνουσσαῖος και Οἰνούσσιος. Όσον αφορά σε ευρήματα από λιγοστές ανασκαφές έχουν εντοπιστεί οικιστικά λείψανα και ψηφιδωτά, όπως και αρχαιότητες των ιστορικών χρόνων στην περιοχή Κάστρο. Αλλά η φήμη των Οινουσσών εστιάζεται στα νεότερα χρόνια, κατά τα οποία αποκτούν μεγάλη ναυτική δράση στο εμπόριο και τις μεταφορές.
Αναφορικά με την ιστορική τους πορεία οι Οινούσσες ακολουθώντας εκείνη της Χίου κατά τη Βυζαντινή και νεότερη εποχή κατακτώνται από Γενουάτες Ιουστινιανούς (Giustiniani) (14ος αι.) και Οθωμανούς το 1566, ενώ βιώνουν παρόμοιες εμπειρίες κατά το 1694-1695 και το 1770, από τον Ενετικό και τον Ρωσικό στόλο αντίστοιχα. Έπεται κατά τον 18ο αι. η μόνιμη εγκατάσταση Καρδαμυλίων αγροτών και κτηνοτρόφων, όμως μετά τη σφαγή της Χίου από τον Oθωμανικό στρατό το 1822, οι Οινουσσαίοι καταφεύγουν σε ασφαλέστερα νησιά όπως ήταν η Σύρος και η Τήνος. Ωστόσο, επιστρέφουν ξανά στο νησί το 1827 οπότε και επιδίδονται πλέον στη ναυτιλία με κέντρο του νησιού το Μανδράκι, όπου σήμερα βρίσκεται ο μοναδικός και παραδοσιακός οικισμός της Αιγνούσας και το λιμάνι. Τότε αλλάζουν τον οικονομικό ρου του τόπου δημιουργώντας μια πρώτη εφοπλιστική δύναμη.
Τα Χιώτικα ιστιοφόρα στα οποία αρχικά εργάζονται οι Οινουσσαίοι οδηγούν στην απόκτηση δικών τους ιστιοφόρων (1848), με τα οποία περιορίζονται αρχικά σε δρομολόγια μεταξύ Χίου και Σμύρνης. Αργότερα όμως εξαπλώνονται στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, ενώ χάρη στη συγκυρία του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), ναυπηγούν τα δικά τους ατμόπλοια, με τα οποία μεταξύ άλλων εκτελούν τη μεταφορά του Τουρκικού στρατού από τη Σμύρνη στα Δαρδανέλια. Αν και από τους Οθωμανούς οι Οινούσσες απελευθερώνεται μαζί με τα υπόλοιπα νησιά του ΒΑ Αιγαίου κατά τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο (1912), επίσημα και οριστικά ενσωματώνονται στην Ελλάδα μόλις το 1920, με τη συνθήκη των Σεβρών.
Τη μεγάλη ναυτική παράδοση του νησιού αναδεικνύουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η πλατεία Ναυτοσύνης κοντά στο λιμάνι, όπου μνημονεύει ιστορία το Μνημείο του Αφανούς Ναύτη με ανεξίτηλα τα χαραγμένα ονόματα απολεσθέντων ναυτικών, όπως και το άγαλμα της Οινουσσαίας μητέρας που απολίθωσε στο βλέμμα της από τις πιο συγκινητικές ευχές για την καλοτάξιδη πορεία του παιδιού της. Ταυτόχρονα, την καλύτερη υποδοχή των επισκεπτών πραγματώνει στην είσοδο του λιμανιού μια χάλκινη εστεμμένη γοργόνα φέρουσα στο αριστερό της χέρι ένα ιστιοφόρο, έργο της γλύπτριας Μαίρης Παπακωνσταντίνου-Ποντικού. Άλλωστε, το νησί συνιστά τη γενέτειρα μεγάλων ναυτικών οικογενειών και εφοπλιστών που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στα ναυτικά δρώμενα. Μεταξύ των ενεργειών τους συγκαταλέγεται και η αγορά των περίφημων πλοίων Liberties μετά την καταστροφή μεγάλου μέρους ατμοπλοίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέτοια είναι η οικογένεια Λαιμού που μετράει πάνω από 170 χρόνια ναυτιλιακής δραστηριότητας.
Κι ενώ το 1954 ιδρύεται Ναυτικό Γυμνάσιο στο νησί (σημ. ΕΠΑΛ Οινουσσών), σήμερα οι Οινουσσαίοι είναι υπερήφανοι και για το Ναυτικό τους Λύκειο, την Ακαδημία του Εμπορικού Ναυτικού (1965), αλλά και το Ναυτικό τους Μουσείο (1965) που επέκτεινε και εμπλούτισε το 1991 ο Νικόλαος Σπ. Λαιμός. Εδώ προβάλλονται πολλά ενδιαφέροντα εκθέματα, όπως μοντέλα πλοίων, ναυτικά όργανα, συλλογή όπλων του 18ου και 19ου αι., γλυπτά της Γεωμετρικής εποχής, πίνακες ζωγραφικής και έντυπο υλικό σχετικό με τη μετάβαση από την ιστιοφόρο στην ατμήλατη ναυτιλία (1900) και από εκεί στα Liberties. Επιπλέον, το κέντρο της πόλης κοσμούν το Πνευματικό Κέντρο «Γεώργιος Χρ. Λαιμός» ή «Λεμός» (1994), το οποίο παρουσιάζει πολιτιστικές δράσεις στο κτήριο του πρώτου δημοτικού σχολείου του νησιού (1906), ενώ το Στάδιο-Αμφιθέατρο Οινουσσών (1998) παρέχει άρτιες αθλητικές εγκαταστάσεις.
Οι θαλασσογέννητες Οινούσσες με την κυμοθόη τους πορεία εκπλήσσουν ποικιλοτρόπως, καθώς ανάμεσα σε παραδοσιακές οικίες στολίζει το κέντρο της πόλης και ο Βυζαντινής αρχιτεκτονικής καθεδρικός ναός του πολιούχου του νησιού Αγίου Νικολάου (1952). Ο ναός οικοδομήθηκε στη θέση του παλαιού κατεδαφισθέντος (1924), ενώ εντός του φυλάσσεται τμήμα λειψάνου του Αγίου που μεταφέρθηκε στο νησί από τη Σικελία το 2001. Την ίδια στιγμή, στα ΒΔ του νησιού και εξίσου κτισμένη με Βυζαντινά στοιχεία η Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (1962) διαθέτει δύο προσκυνητάρια, το ένα εξ αυτών αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία και το άλλο στον Ευαγγελισμό της Θετόκου αλλά και στον Απόστολο Παύλο που θεωρείται ότι πέρασε από το νησί (βλ. τη φράση ἀντικρὺ Χίου), μετά τη Μυτιλήνη και πριν τη Σάμο, όπως προκύπτει από τις Πράξεις Αποστόλων.
Μπορεί να μην θυμάται πολλές φορές τι έφαγε εχθές, αλλά τις μνήμες απ’ τα ταξίδια του δεν τις ξεχνά. Εκφράζει διαρκώς την ευγνωμοσύνη του για τους ανθρώπους πλάι στους οποίους ταξίδεψε, μαθαίνοντας από ‘κείνους την ναυτοσύνη.
Σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τα ταξίδια του στις θάλασσες του κόσμου, αισθάνθηκε πλήρης και έτοιμος να απολαύσει το νησί του ξανά, όπως τότε που ήτανε παιδί.
Στα ογδόντα έξι βουτά ακόμη για χταπόδια και μαζεύει με τα χέρια τις πατάτες στο χωράφι που έσπειρε φέτος με τον γιό του.