You are currently viewing ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΜΕΟΣ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΙΑΜΕΟΣ

Ο Σταύρος Γιαμένος γεννήθηκε το 1932 μέσα σε μία εντεκαμελή οικογένεια από πάππο κτηνοτρόφο. Όλες οι οικογένειες του παππού και των αδερφών του παππού του είχαν από δέκα- δώδεκα παιδιά. Όλοι μαζί έκαναν ένα μικρό χωριό, ίσα με εξήντα ψυχές. Επάνω στο μικρό Αγαθονήσι, ο παππούς του είχε αιγοπρόβατα, βοοειδή και έναν μύλο να αλέθουνε το αλεύρι από τα σιτηρά που έσπερναν. Από επτά χρονών παιδάκι ο κύριος Σταύρος άρχισε να ακολουθεί τον πατέρα του, τον παππού του και τα ξαδέρφια του στα ζώα κάθε μέρα.

Ένα πρωί του ‘41, γύρω στις πέντε το χάραμα καθώς φροντίζανε τα ζώα, θυμάται που σήμαναν οι πρώτοι πυροβολισμοί του πολέμου για το νησί. Ακούγανε τα αεροπλάνα να πετούν επάνω απ’ τα κεφάλια τους και παραλίγο όλοι τους να είχαν εξαφανιστεί, εάν δεν δίνονταν σήμα από την ιταλική αστυνομία της Σάμου προς τις δυνάμεις κατοχής, ότι ο πληθυσμός ήτανε άμαχος και δεν υπήρχε λόγος ένοπλης εισβολής. Σχολείο κατάφερε να πάει ως την δευτέρα τάξη και αυτό κακήν κακώς μέσα στην κατοχή. Το 1946 που έμπαινε στα δεκατέσσερά του, ο πατέρας του τον χρειαζόταν πλέον στις δουλειές και έτσι το έκοψε το σχολείο. Έπρεπε να ταϊσουν, να αρμέξουν, να σπείρουν, να θερίσουν, να αλωνίσουν, να φτιάξουν τυρί, να ζήσουν απ’ όσα είχαν. Σε ένα μαντρί έξι- επτά οικογενειάρχες, αδέρφια και ξαδέρφια, θείοι και γαμπροί, κρατούσαν μαζί τα ζωντανά τους και τη μια μέρα τ’ άρμεγε ο ένας την άλλη ο άλλος, να φτιάξουν ντόπια μυζήθρα και τυρί, να έρθουν απ’ τη Λέρο και την Κάλυμνο να τα αγοράσουν. Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι και στέρευαν τα ζώα, έπαιρναν μπρος τα καμίνια. Αφήνανε τα μαντριά και πιάνανε να κόβουνε ξύλα και να κάνουν κάρβουνα, να τα πουλήσουν στα καίκια που έρχονταν από τα γύρω νησιά, για να μπορούν οι άνθρωποί τους να μαγειρεύουν και να ζεσταίνονται, καθώς δεν είχαν ακόμη ούτε εκείνα ηλεκτρισμό.

Ως τις αρχές με μέσα του ‘80, εκτός από ηλεκτρισμό, το νησί δεν είχε ούτε λιμάνι, ούτε δρόμους, ούτε και πόσιμο νερό. Ένα πηγάδι υπήρχε με υφάλμυρο νερό και δυο δεξαμενές που μάζευαν ίσα ίσα για να μπορούν να μαγειρεύουν. Όταν έκλεισε τα σαρανταπέντε του, ο πατέρας του άφησε τα ζωντανά και χειροτονήθηκε ιερέας, δίνοντας στον κύριο Σταύρο μαζί με έναν από τους αδερφούς του να αναλάβουνε τα ζώα. Σχεδόν μέχρι τα ενενήντα του ασχολούνταν με δαύτα, ώσπου τα πούλησε γιατί το σώμα του δεν την στήριζε άλλο πια την φροντίδα τους. Ακόμη πηγαίνει όμως που και που, όταν βρίσκει ευκαιρία, στο μαντρί του εγγονού του να βοηθήσει, να ασχοληθεί όσο μπορεί, να του φύγει το κασαβέτι, όπως λέει. Γιατί δεν είχε άλλη επιλογή στην ζωή του απ’ το να τα αγαπήσει τα ζώα, να τα κάνει κομμάτι του. Αυτά τους έσωσαν μέσα στην φτώχεια του πολέμου. Όσοι είχαν ζώα, δίνανε το τυρί τους για να πάρουν ψάρια και χταπόδια. Δεν μετρούσε το χρήμα εκείνους τους καιρούς, μετρούσε η ζωή, και η ζωή ερχόταν από αυτά τα λιγοστά που είχαν για να φάνε και να επιβιώσουν μέσα σε εκείνες τις δύσκολες μέρες.

Κείμενο: Χριστίνα Κυπαρισσά