You are currently viewing ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΡΜΑΚΙΔΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΡΜΑΚΙΔΗΣ

Λίγοι είναι οι τόποι σε αυτή τη χώρα, ίσως και σε ολόκληρο τον κόσμο, που έχουν σπείρει στους ανθρώπους τους τέτοιο δυνατό δεσμό στην ψυχή. Ο Βασίλης Φαρμακίδης την Όλυμπο την βλέπει σαν ένα βασίλειο, πιο ξεχωριστό από κάθε άλλο μέρος. Γιατί ο σεβασμός ήταν αυτός που συνέδεε τους ανθρώπους της, και η αλληλεγγύη. Αν σε κάποιον κάτι έλειπε, ο άλλος θα του το ΄δινε.

Η μάνα του κατάγονταν από το Τρίστομο και ο πατέρας του ξεριζώθηκε από την Σύμη για να σωθεί από τον πόλεμο. Το ζαρζαβάτι που έβγαζε το περιβόλι τους έμελε να είναι η σωτηρία του μικρού Βασίλη. Οι Ιταλοί τον φρόντιζαν για να παίρνουν τα λαχανικά του, όταν οι Γερμανοί έριξαν τους άντρες ενός ολόκληρου χωριού σε ένα καΐκι για να τους πνίξουν. Η φιγούρα του ξεπροβάλει μέσα από τον μύλο και μοιάζει προέκταση του τοπίου. Ο μύλος αυτός, μαζί με τους άλλους 79 που χτίστηκαν εδώ, έθρεψαν και φιλοξένησαν τις οικογένειες που έφτασαν από την Βρουκούντα, ψάχνοντας έναν τόπο να κρυφτούν από τους πειρατές. Βγαίνει ακόμη αλεύρι από τον δικό του μύλο, και φαγητό ζεστό από το μικρό εστιατόριό του. Ήταν ο πρώτος που άνοιξε εστιατόριο στην Όλυμπο το 1984. Μια παρέα Ιταλών του έδωσε την ιδέα, όταν μια μέρα στο Διαφάνι, μάζεψαν τραπέζια από τα γύρω σπίτια και έβγαλε με την τράτα του ψάρια και καραβίδες να τους μαγειρέψει, αφού μαγαζί για φαγητό δεν υπήρχε στο χωριό. «Οι Ιταλοί ήθελαν καλό κρασί, καλό φαΐ, γυναίκες και τα ρέστα». Δεν είχε ανάγκη από δουλειά, αλλά η επιμονή τους τον έπεισε. Το ‘84 ξεκίνησε να φέρνει τουρίστες με ένα μικρό καραβάκι από την Κάρπαθο στο Διαφάνι. Όλο το καλοκαίρι είχε μεταφέρει 388 τουρίστες με 75 δραχμές εισιτήριο. Ανέβαιναν καθημερινά στην Όλυμπο περί τα 1.000 άτομα. Είχε έναν μπάρμπα που μέσα στον μύλο του είχε βάλει σε τραπέζι επάνω ένα πιάτο γεμάτο πάντα με καραμέλες. Όποιος τουρίστας έμπαινε να χαζέψει, έπαιρνε μια καραμέλα, άφηνε και το κατιτίς του. Το ένα έφερε το άλλο, και έπεισε την γυναίκα του να ανοίξουν μέσα στον μύλο της μητέρας της το εστιατόριό τους.

Τον χειμώνα, που αδειάζει το χωριό απ’ ανθρώπους, εκείνος μένει να αγναντεύει το χωριό απ’ το μικρό καμαράκι του μύλου, το δικό του μετόχι σε αυτό το ξεχωριστό βασίλειο.

Κείμενο – Αφήγηση: Χριστίνα Κυπαρισσά