Ο Κωνσταντίνος Χατζηεμμμανουήλ έτρεχε σε όλη του την ζωή. Έτρεχε στα δεκατρία του, με το σχολικό του σακίδιο γεμάτο εφόδια απ’ το σπίτι να πολεμήσει για την άμυνα του νησιού. Έτρεχε στα τριάντα του, ενώ δεν είχε ιδέα πώς φυτρώνει η ντομάτα, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την γεωργία και μέσα σε τρία χρόνια έγινε ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς της Κω. Έτρεχε τα τρία χρόνια που έλειπε στην Αυστραλία φροντίζοντας δέντρα, ποτίζοντας, κλαδεύοντας.
Όταν επέστρεψε από την Αυστραλία στην Κω, συνέχισε να τρέχει. Ανέλαβε το οινοποιείο που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του το 1922. Στην αρχή αγόραζε σταφύλια από παραγωγούς, παρότι με το προικό του είχε κληρονομήσει και τα αμπέλια του πατέρα του, αλλά δεν τον εσύμφερε να τα καλλιεργεί. Σαν σταμάτησαν πλέον και οι παραγωγοί να καλλιεργούν λόγω του κόστους, αποφάσισε να φυτέψει και πάλι τα δικά του αμπέλια και να φτιάξει και μια βιτρίνα, να κάνει το γούστο του. Σαν άφησε το οινοποιείο στα παιδιά του και εκείνος αποσύρθηκε, δεν γινότανε να σταματήσει να τρέχει. Έπρεπε να συνεχίσει να κινείται, να παραμένει ζωντανός.
Έτσι στα ενενήντα του αποφάσισε να τρέξει πλάι σε αθλητές. Πήγε σε βαλκανικούς, σε ευρωπαϊκούς, σε παγκόσμιους αγώνες. Τους πήρε όλους αμπάριζα κερδίζοντας το ένα μετάλλιο μετά το άλλο. Τριακόσια μέτρα, διακόσια μέτρα, εκατό. «Θα συνεχίσω, όσο μπορώ θα συνεχίσω. Δεν σταματώ.»
Κείμενο: Χριστίνα Κυπαρισσά

