You are currently viewing ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Γεννήθηκε στο Παλαιό Φάληρο το 1947 από γονείς νησιώτες. Μπαρκάρισε πρώτη φορά στα δεκαεννιά του το 1966. Μέχρι το 2004 έζησε μεταξύ της Αθήνας και ολόκληρου του κόσμου, πάντα όμως ένιωθε νησιώτης και έτσι αυτοσυστήνονταν. Αφότου η Αθήνα έπαψε να ‘ναι πια τόπος για να ζει κανείς, την άφησαν πίσω τους και εγκαταστάθηκαν με την σύζυγό του μόνιμα στο νησί.

Παππούς, πατέρας και πεθερός, όλοι καπετάνιοι και ο κύριος Γιώργος είναι ο τελευταίος στην οικογένεια που ακολούθησε το ίδιο κάρμα. Φοίτησε στο ναυτικό λύκειο της Καστέλλας και έπειτα πήγε τρία χρόνια να σπουδάσει στην Αγγλία. Το παρθενικό του ταξίδι το έκανε μαζί με τον πατέρα του σε ένα Liberty ναυλωμένο για την Ιαπωνία με ενδιάμεσο προορισμό το Μπαγκλαντές. Την σκοτεινή πλευρά της η θάλασσα του την έδειξε από το δεύτερο ταξίδι του, και τελευταίο με τον πατέρα του, μεταξύ Φορμόζας, νυν Ταϊβάν, και Φιλιππίνων, όπου το πλοίο τους μπλέχτηκε στα παρακλάδια ενός τυφώνα όπως λέει.

Γνώρισε την Κίνα επί καθεστώτος Μάο. Είδε τα λιμάνια του κόσμου πριν γίνουνε αβάσταχτα. Έζησε φουρτούνες έχοντας στο νου του πάντα την ευθύνη της θέσης που έχει ένας πλοίαρχος, γιατί όταν είσαι στο πέλαγος, μαζί με εσένα κουβαλάς και άλλες είκοσι – εικοσιπέντε ψυχές που πίσω τις περιμένουν οι οικογένειές τους. Πάντα στις δύσκολες στιγμές έκλεινε τα μάτια και αναλογιζόταν τι θα έκανε ο πατέρας του. Με την βοήθεια του Άι Νικόλα και του Χριστού και σαν φρόντιζε να είναι καλά προετοιμασμένος για ό,τι έρχεται, οι φουρτούνες αντιμετωπίζονταν. «Θέλει να είσαι ζυγισμένος όταν είσαι καπετάνιος. Ο φόβος υπάρχει, είναι εκεί, αλλά αν μπορείς και υπολογίζεις όλες τις πιθανές συνθήκες, τότε ο φόβος παύει. Η ψυχραιμία είναι το παν.»

Μπορεί να μην θυμάται πολλές φορές τι έφαγε εχθές, αλλά τις μνήμες απ’ τα ταξίδια του δεν τις ξεχνά. Εκφράζει διαρκώς την ευγνωμοσύνη του για τους ανθρώπους πλάι στους οποίους ταξίδεψε, μαθαίνοντας από ‘κείνους την ναυτοσύνη. Σήμερα όμως αν του ζητούσαν να μπαρκάρει ξανά σαν καπετάνιος δεν θα το ‘κανε. «Κάποτε τα πλοία ήταν μικρά και οι άνθρωποι μέσα πολλοί. Τα πλοία έμεναν στα λιμάνια και οι ναύτες δεν νιώθανε σαν τους γλάρους στο τρέξιμο, όπως είναι σήμερα στα μεγάλα καράβια που ταξιδεύουνε με ανθρώπους μετρημένους στα δάχτυλα με τους υπολογιστές να τα κάνουν όλα. Αν μου πεις να πάω επιβάτης σε κρουαζιέρα, πολύ ευχαρίστως!»