MARABOU DOCUMENTARY

PREMISE

Η αφήγηση μιας ανάμνησης έχει τη δύναμη να δημιουργήσει εικόνες. Να αφήσει το αποτύπωμά της στον ακροατή μολονότι δεν ήταν παρών στα εξιστορούμενα γεγονότα. Η αφήγηση αυτή όπου συνάνθρωποί μας έχουν χαράξει τη δική τους βαθιά μακρόσυρτη γραμμή με τη δύναμη των λέξεων αλλά και με την απλότητα που της προσδίδουν, είναι ένα ταξίδι ξεχωριστό, ένα ταξίδι γεμάτο εικόνες πίκρας αλλά και χαράς, σμιλευμένες από το άγγιγμα του χρόνου. Έτοιμες να καταγραφούν μπροστά στον κινηματογραφικό φακό και να μείνουν αποτυπωμένες μέχρι την επόμενη γενιά.

TREATMENT

Σεπτέμβριος 2019, Λήμνος. Ο Κωνσταντίνος Σοφικίτης ξεκινά μια νέα προσωπική Οδύσσεια. Θα την ονομάσει Μαραμπού. Σκοπός του είναι να ταξιδέψει σε όλα τα νησιά του Αιγαίου και να συναντήσει ανθρώπους των οποίων η ιστορία ακόμη δεν έχει ειπωθεί, αλλά αναμένει καρτερικά κάποιον να την ακούσει, να την αποτυπώσει και να τη διηγηθεί. Διηγήσεις με ειρμό, των οποίων η αφήγηση από τον πρωταγωνιστή δίνει την αίσθηση ότι η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής συνέβη μόλις χθες. Τέτοια είναι και η ιστορία του κυρίου Επίχαρμου από τη Νίσυρο, που από απλός τσαγκάρης του νησιού βρέθηκε να είναι περιζήτητος τεχνίτης στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και χρειάστηκε στη ζωή του να ξεκινήσει από το μηδέν πολλές φορές, όλες, μάλιστα, με τέτοια φόρα, που δεν άφησε περιθώρια αποτυχίας. Μια ιστορία που πολλοί σεναριογράφοι θα ήθελαν στη «βιβλιοθήκη τους».

Υπάρχουν όμως και οι διηγήσεις, των οποίων ο ομιλών δεν μπόρεσε ποτέ να ολοκληρώσει, άλλες φορές από τη συγκίνηση κι άλλες από την ηλικία. Τέτοια είναι η ιστορία του κυρίου Πέτρου από τη Χάλκη, που ήταν περιζήτητος για την ωραία του φωνή. Του ζητήσαμε πολλές φορές να μας τραγουδήσει, όμως δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει το τραγούδι. Η συγκίνησή του ήταν τεράστια σκεπτόμενος τα νεανικά του χρόνια και τη ζωή του στο Χωριό, τον μοναδικό οικισμό της Χάλκης μέχρι να εγκαταλειφθεί και όλο το νησί να μεταφερθεί κατά μήκος του λιμανιού.

Ο Κωνσταντίνος θα τους απαθανατίσει φωτογραφικά και πάνω σε αυτό σκέφτηκα γιατί όχι και κινηματογραφικά. Η έρευνα γίνεται επιτόπια, σε καφενεία, πλατείες και αγορές. Συνήθως πριν πάμε κάπου, μας έχουν ήδη ενημερώσει από το προηγούμενο μέρος να ψάξουμε κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο, συνήθως με κάποιο παρατσούκλι. Έτσι συνέβη και τότε που φεύγοντας από την Πάτμο για τους Αρκιούς, πολλοί μας παρότρυναν να αναζητήσουμε τον φημισμένο Αλ Καπόνε, για την προέλευση του ψευδωνύμου του δε μάθαμε ποτέ, παρά απλώς μιλήσαμε.

Πολλές είναι οι φορές που δεν μπορώ να ακολουθήσω τον Κωνσταντίνο σε όλους τους προορισμούς του. Όμως, επιστρέφοντας εκείνος από κάθε του ταξίδι, μόλις ετοιμάσει τα πορτραίτα και τις ιστορίες, μου αφηγείται τις πιο ενδιαφέρουσες. Δεν ήμουν εκεί, ούτε μπορώ να ξεγελάσω τον θεατή κάνοντάς τον να πιστέψει πως με τις φωτογραφίες και μόνο η εξιστόρηση είναι αρκετή. Ωστόσο, στα μέρη αυτά ζουν τόσο ενδιαφέροντες άνθρωποι που, ακόμη κι έτσι, αξίζει να ειπωθεί όχι μόνο η ιστορία τους, αλλά και τα μαθήματα ζωής που καθένας τους εμπέδωσε και θέλησε να μας τα μεταφέρει εν είδει συμβουλής. Τέτοια είναι και η ιστορία του Τάμη, ενός ανθρώπου κοσμογυρισμένου, που απλώς επέλεξε να μη χάσει την επαφή του με τη φύση κι επέστρεψε στην πατρίδα του, την Ικαρία, για να ζήσει όπως αυτός επιθυμεί.

Στην Ικαρία και πάλι, συναντήσαμε τη Σώσα, μια γυναίκα που βίωσε τόσο έντονα τη φρίκη το Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ώστε κάποια στιγμή τα μάτια της επέλεξαν να σταματήσουν να βλέπουν. Παρ’ όλα αυτά, μας διδάσκει πως «αξίζει να ζεις σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο και μάλιστα πολύ, αλλά πρέπει ν’ αγωνίζεσαι, να παίρνεις το σκοτάδι και να το μεταμορφώνεις σε φως». Σκοπό του έχει να μας θυμίσει πως «τελικά είμαστε ό,τι έχουμε χάσει» ο κύριος Χρήστος από τη Λήμνο, ο εμπνευστής ενός μουσείου παλιών παιχνιδιών και παραμυθιών. Όμως και ο Αλέξανδρος από την Άνδρο, ένας μετα-αστός, όπως του αρέσει να αυτοπροσδιορίζεται, έδωσε αφειδώς στον Κωνσταντίνο την κατευθυντήρια γραμμή ζωής που ορίζει πως «το αποτέλεσμα έχει σημασία, αλλά πιο σημαντικό είναι να παραμένει κάποιος πιστός σε αυτό που πιστεύει και πρεσβεύει».

Τα ταξίδια είναι θαλάσσια ή και εναέρια και πραγματώνονται κυρίως με καράβι ή και αεροπλάνο, όμως κάποιες φορές και με ιδία μέσα. Αυτό συνέβη και όταν χρειάστηκε να επισκεφθούμε τα Λέβιθα και την Κίναρο, μέρη για τα οποία δεν υπάρχει επίσημη ναυτιλιακή γραμμή. Έτσι, νοικιάσαμε ιστιοπλοϊκό από την Ικαρία προκειμένου να κάνουμε ένα ταξίδι όχι πολλών μιλίων, αλλά σίγουρα πολλών ωρών, με αρκετή ταλαιπωρία, ωστόσο με μεγάλη ανταμοιβή στο τέλος. Φτάνοντας στην Κίναρο, η Κυρά Ρηνιώ, η μοναδική κάτοικος του νησιού, μάς υποδέχθηκε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Η αγκαλιά με τον καπετάνιο μας ήταν τεράστια και κράτησε ώρα. Φίλοι χρόνια, κάθε φορά που ο ναύλος θα τον φέρει προς τα εκεί, πάντα θα σταματήσει για μια καλημέρα και έναν ελληνικό καφέ. Η επίσκεψή μας ήταν σύντομη, γιατί ο καιρός γύριζε σε Όστρια (Νοτιάς) και ήταν ριψοκίνδυνο να διανυκτερεύσουμε στον κόλπο της Κινάρου.

Η Κυρά Ρηνιώ θα μας πει κάποια πράγματα για τη ζωή της, τα καλά όμως θα τα αφήσει για την «επόμενη φορά». Η Όστρια μας πιάνει στην έξοδο και με κατεύθυνση προς τα Λέβιθα. Θα φτάσουμε βράδυ, κι εκεί μας περιμένει η οικογένεια Καμπόσου. Κατά τη διάρκεια του γεύματος που μας προσφέρουν θα μάθουμε ότι στο νησί ζουν σαν οικογένεια για πάνω από 200 χρόνια αδιαλείπτως. Νωρίς το πρωί, αφού σηκώσουμε την Ελληνική σημαία κι αφού ανάψουμε ένα κεράκι στην Παναγία, θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής με την Όστρια ακόμη να μαίνεται.

Οι συναντήσεις μας είναι συνήθως σύντομες και οι αφηγήσεις ίσως ακόμη συντομότερες, όμως ένας ολόκληρος κόσμος που κάποτε ήκμαζε και ήταν δεδομένος, πλέον έχει αρχίσει και κρύβεται κάτω από μια παχιά σκόνη. Ο Καβάφης είχε μιλήσει για ταξίδι και προορισμό. Το Μαραμπού είναι και τα δύο μαζί ταυτόχρονα και σκοπό του έχει να γίνει Μαΐστρος για να ανασηκώσει αυτήν τη ρυτιδιασμένη σκόνη…

Director: Πέτρος Σοφικίτης
Director of photography: Πέτρος Σοφικίτης & Θανάσης Σπυρόπουλος
Editors: Θανάσης Σπυρόπουλος
Colour grade: Θανάσης Σπυρόπουλος
Sound design and mixing: Θανάσης Σπυρόπουλος