Στα ογδόντα έξι βουτά ακόμη για χταπόδια και μαζεύει με τα χέρια τις πατάτες στο χωράφι που έσπειρε φέτος με τον γιό του. Συνταξιούχος ναυτικός, πρώην ψάλτης τριάντα δύο χρόνια, ψαράς και αγρότης. Έχει κάνει ό,τι βάλει ο νους.
«Εγώ άμα κάτσω θα πεθάνω ολόισια, θα πάω για τον λάκκο γραμμή! Γι’ αυτό παιδεύομαι.».
Δεν ήταν εύκολη η ζωή του στα βαπόρια, έχει φάει τα σκαμπίλια του όπως λέει, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πείνα, κακουχίες, δύσκολες συνθήκες.
Κάποτε το νησί σαν ήρθαν οι πρόσφυγες, ανάμεσα και οι γονείς του, είχε στη σειρά δέκα καφενεία εδώ. Ένα από εκείνα και το παλιό τελωνείο που το έκανε με τον αδερφό του καφενεδάκι σαν σταμάτησε να μπαρκάρει. Οι πρόσφυγες το ζωντανέψανε το νησί, γιατί όσοι είχαν τα πλοία δεν έμεναν στον τόπο, έπρεπε να φεύγουν, να κινούνται κυνηγώντας την δουλειά. Δεν το άφησε το νησί αφότου σταμάτησε. Είχε και τη βάρκα του που πήρε απ’ τους μισθούς στα πλοία και κανένα μεροκάματο από τα χταποδάκια που θα πιάσει. Στιφάδο τα προτιμά εκείνα που κρατά για το σπίτι του, με κρεμμυδάκι μελωμένο και γλυκό.
«Καλά είμαστε εδώ να, πού να πάμε; Έχουμε όλα τα καλά, βασίλειο είναι το νησί.».
