Η Φολέγανδρος, ή και Φελέγανδρος σύμφωνα με επιγραφή του 4ου-3ου αι. π.Χ. (FD III 1.496.15), χαίρεται το Αιγαίο μεταξύ Σικίνου και Μήλου στιγματίζοντας τον υδάτινο χώρο με κατεύθυνση από την Ίο προς τα δυτικά, όπως γράφει ο Στράβων, μαζί με τη Σίκινο και τη Λάγουσα, τη σημερινή ακατοίκητη Καρδιώτισσα, που βρίσκεται νοτιοδυτικά της Σικίνου και ανατολικά της Φολεγάνδρου. Ο Στράβων, ακόμη, παραθέτει και την πληροφορία πως ο Άρατος αποκαλούσε τη Φολέγανδρο σιδηρείη εξ αιτίας της τραχύτητας του εδάφους της, πληροφορία που επαναλαμβάνει αργότερα και ο Ηρωδιανός στην Καθολική του προσωδία, ενώ τοποθετεί το νησί στον τότε γεωγραφικό όρο Σποράδες, όπως κάνει και ο Πλίνιος, παραθέτοντας ταυτόχρονα και τον γιο του Μίνωα Φολέγανδρο, από τον οποίο πήρε το νησί το όνομά του. Όλα τα στοιχεία αυτά του Ηρωδιανού τα επαναλαμβάνει αυτολεξεί ο Στέφανος ο Βυζάντιος τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Ωστόσο, ο Ησύχιος τον 5ο αι. μ.Χ., έναν αιώνα νωρίτερα, δεν καταθέτει παρά τη φράση νῆσος ἐρήμη, και άρα στην εποχή του, τουλάχιστον, ήταν ακατοίκητη.

Κατά τους προϊστορικούς χρόνους πριν από τους Μινωίτες και τον γιο του Μίνωα Φολέγανδρο που έδωσε στο νησί το όνομά του, εκδοχή που στηρίζουν αρχαία νομίσματα στα οποία εικονίζεται ο ιδρυτής Φολέγανδρος, το νησί κατοικήθηκε από Κάρες και Φοίνικες, γι’ αυτό υπάρχει και η εκδοχή πως το νησί οφείλει την ονομασία του στη Φοινικική λέξη Phelekgundari ή Phelegountari που σημαίνει πετρώδης ή και ξερός τόπος. Πολύ αργότερα, κατά τα νεότερα χρόνια της Ενετοκρατίας μέχρι και την Οθωμανική κατάκτηση, χάρη στην έλευση πολλών ανδρών βοσκών από τη Δυτική Ελλάδα το νησί ονομάστηκε Πολύαντρος, Πολύκανδρος και Πολύναιγος, ενώ απέκτησε ξανά την αρχική του ονομασία Φολέγανδρος μονάχα μετά το 1826 και δύο χρόνια αργότερα ενσωματώθηκε στην υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα. Την ονομασία του νησιού Πολύκανδρος, όπως και Φολέγανδρος, Φλέγανδρος αλλά και Φιλόκανδρος καταγράφει ο Μελέτιος στην Παλαιά και Νέα Γεωγραφία του, στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η Φολέγανδρος συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις αποκαλούμενες Σποράδες και σε αρχαία σχόλια στον Διονύσιο τον Περιηγητή, ο συγγραφέας των οποίων αποδίδει την ονομασία αυτή σε όσα νησιά βρίσκονται δίπλα σε άλλα σε μικρή απόσταση και είναι σαν μικρά σπέρματα, σαν να φύτρωσαν εδώ κι εκεί. Ο Στράβων, σε μια πιο εκτενή αναφορά του χαρακτηρισμού της Φολεγάνδρου σιδηρείη εκ μέρους του Αράτου, αναφέρει την ύπαρξη στη Γυάρο ενός μικρού χωριού ψαράδων, οι κάτοικοι του οποίου επρόκειτο να στείλουν πρεσβευτή στον Οκταβιανό στην Κόρινθο όταν εκείνος βάδιζε ἐπὶ τὸν θρίαμβον τὸν Ἀκτιακόν, προκειμένου να του ζητήσουν τη μείωση του φόρου των εκατό πενήντα δραχμών. Και με αφορμή αυτό το γεγονός, καταδεικνύει την έλλειψη πόρων του νησιού παραθέτοντας με την ευκαιρία στίχο του Αράτου από τη χαμένη του πια ποιητική συλλογή Κατά λεπτόν, στην οποία ο ποιητής γράφει: «Ω Λητώ, σε λίγο θα περάσεις από δίπλα μου, που είμαι σαν τη σιδερένια Φολέγανδρο ή και τη δόλια Γυάρο».

Περαιτέρω, στο 9ο Βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας και το επίγραμμα 421 του Αντιπάτρου του Μακεδόνος (στ. 3-4) η Φολέγανδρος κατονομάζεται αὐχμηρή δηλαδή ξηρή και σκληρή, επίθετο που επιτείνει την τραχύτητα του επιθέτου σιδηρείη του Αράτου. Και πράγματι, ακόμη και σήμερα πρόκειται για νησί ορεινό, πετρώδες και με απότομες ακτές, με πλήθος κολπώσεων και ακρωτηρίων, με κλίμα ξηρό και εξαιρετικά λίγες βροχές. Το νησί είναι τόσο πολύ εκτεθειμένο σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους σε ισχυρούς βορείους ανέμους, ώστε τα δέντρα του νησιού έχουν λάβει κλίση προς τον νότο. Αναβαθμοί προστατεύουν τις καλλιέργειες και κυκλικά τοιχία τα οπωροφόρα δέντρα.

Εκείνος που συγκαταλέγει τη Φολέγανδρο στις Κυκλάδες είναι ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.), ο οποίος μάλιστα την καταγράφει ως Φολέκανδρο ή Φελόκανδρο, σε χωρίο υπό τον τίτλο Καὶ τῶν Κυκλάδων καλουμένων νήσων αἱ πόλεις. Την ίδια στιγμή, μολονότι ο Σκύλαξ δεν την συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στις Λακεδαιμονικές Κυκλάδες, με αυτό να σημαίνει τόσο την εγγύτητά τους με τη Λακωνία όσο όμως, έστω και έμμεσα, τη δωρική τους καταγωγή, ωστόσο, όπως προκύπτει από επιγραφές που βρέθηκαν στο νησί, πρώτοι κάτοικοί του κατά την ιστορική περίοδο πιθανολογείται πως ήταν Δωριείς από τη Σαντορίνη του γένους των Αιγιδών. Αυτός ήταν ίσως και ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η Φολέγανδρος δεν συμμετείχε στην πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία το 478 π.Χ.

Ωστόσο, από επιγραφές και πάλι προκύπτει ότι αργότερα η Φολέγανδρος, το 425-424 π.Χ., κατέβαλλε ετήσιο φόρο 2000 δραχμές στους Αθηναίους (IG I3 71.1.87) και 1000 δραχμές κατά τα έτη 417-416 (IG I3 288.1.7) και 416-415 π.Χ. (IG I3 289.1.25). Μαζί με την ένταξη της Φολεγάνδρου στην Αθηναϊκή Συμμαχία αλλά και ένα προξενικό ψήφισμα των Φολεγανδρίων του 4ου αι. π.Χ., η προγενέστερη δήλωση του Σόλωνα (7ος-6ος αι. π.Χ.) σε ένα ελεγειακό του δίστιχο, το οποίο παραθέτει τόσο ο Πλούταρχος στα Πολιτικά παραγγέλματα όσο και ο Διογένης ο Λαέρτιος στο Φιλοσόφων βίων, πως αν άλλαζε πατρίδα ίσως γινόταν Φολεγάνδριος ή Σικινίτης αντί για Αθηναίος, συνιστούν για τον Reger τεκμήρια πως το νησί αξίζει τον τίτλο της πόλεως, μολονότι δεν καταγράφεται σε καμία πηγή ως πόλις.

Στο προξενικό αυτό ψήφισμα (IG XII 5 9) που απευθύνεται σε πολίτη της Ίου και που δεν είναι μονάχα τεκμήριο πόλεως αλλά και απόδειξη του πολιτικού γίγνεσθαι, όπως και της εντόπιας λατρείας, καταγράφεται η επιθυμία να τοποθετηθεί στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου στην Ίο, όπου και βρέθηκε η επιγραφή. Την ίδια στιγμή, τον 4ο αι. π.Χ. στη Φολέγανδρο λατρεύονταν η Άρτεμη Σελασφόρος και ο Απόλλωνας Προστατήριος, προσωνύμιο που οφείλεται στο γεγονός ότι το άγαλμα του θεού στεκόταν πίσω από τις θύρες, όπως παραθέτει ο Ησύχιος στο Λεξικό του. Παράλληλα, η θέση της εκκλησίας της Παναγίας στη Χώρα με το μαρμάρινο τέμπλο που ανακαινίστηκε το 1687 και πήρε τη σημερινή της μορφή κατά την ανακατασκευή της τον 19ο αιώνα (1816-1821), εικάζεται θέση αρχαίου ναού αφιερωμένου στην Αρτέμιδα και τον Απόλλωνα.

Λείψανα της αρχαίας Ακρόπολης στο Παλαιόκαστρο, τη σημερινή πρωτεύουσα (Χώρα) στην ανατολική πλευρά του νησιού σε ύψωμα 200 μέτρων, όπως και τμήμα του ενσωματωμένου σε νεότερες τοιχοποιίες τείχους του 4ου αι. π.Χ. χαμηλότερα του σύγχρονου νεκροταφείου, αρχαίο οικοδομικό υλικό και εντειχισμένα θραύσματα γλυπτών στο Μεσαιωνικό Κάστρο της Χώρας, αλλά και ενεπίγραφες βάσεις αγαλμάτων που κοσμούν την εκκλησία της Παναγίας στη Χώρα, συνιστούν το σημερινό Φολεγανδρινό πολιτιστικό αμάλγαμα. Περαιτέρω, στο σπήλαιο της Χρυσοσπηλιάς στη βορειοανατολική πλευρά του νησιού που καλλωπίζουν σταλαγμίτες και σταλακτίτες, έχουν εντοπιστεί μαζί με ρωμαϊκή δεξαμενή νερού πολλά κεραμικά και θραύσματα αγγείων, στοιχεία φαλλικής λατρείας και πλήθος χαραγμένων ονομάτων εφήβων στα τοιχώματά του του 4ου αι. π.Χ. όπως Νικαγόρας, Θεμιστοκλής και Κλέων, που μαρτυρούν τον μοναδικό στην Ελλάδα χώρο ιεροτελεστίας ενηλικίωσης.

Το Κάστρο της Φολεγάνδρου άρχισε να χτίζεται στο υψηλότερο σημείο της Χώρας το 1215 από τον ιδρυτή και πρώτο κυβερνήτη του Δουκάτου του Αιγαίου Μάρκο Σανούδο (Marco Sanudo). Από το ύψωμα του γραφικού αμυντικού οικισμού του Κάστρου που κατοικείται αδιάλειπτα από την ίδρυσή του, προσφέρεται η ανεπανάληπτη θέα προς τη Μήλο, την Κίμωλο και τη Σίκινο. Ταυτόχρονα, ανάμεσα στις εκκλησίες που στολίζουν το Κάστρο είναι και εκείνη της Ελεούσας που χτίστηκε το 1530 και η Παναγία Παντάνασσα των αρχών του 18ου αιώνα. Η σιδηρά Φολέγανδρος διαθέτει Λαογραφικό Μουσείο ή Οικομουσείο στην Άνω Μεριά, το οποίο στεγάζει μία παραδοσιακή θημωνιά ή θεμωνιά του 19ου αιώνα, ένα δηλ. χαρακτηριστικό αγροτόσπιτο, που συνιστά μια καλά οργανωμένη και αυτόνομη αγροτική ή και κτηνοτροφική μονάδα. Εδώ προβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε αυτή η τυπική αγροτική οικιστική μονάδα με κτίσματα όπως το κελάρι, το ελαιοτριβείο, τη στέρνα και τον κτιστό φούρνο, όμως εκτίθενται και πολλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης των Φολεγανδρίων μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα, όπως για παράδειγμα αργαλειοί και καλάθια.

Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού είναι προστατευόμενος βραχώδης βιότοπος του Natura 2000. Όσο στα σπήλαια της Φολεγάνδρου βρίσκουν καταφύγιο οι μεσογειακές φώκιες, στα προστατευόμενα είδη πανίδας συγκαταλέγονται όσον αφορά στα ερπετά, ανάμεσα σε άλλα, η σαύρα κυρτοδάκτυλος και το φίδι έρυκας, ενώ όσον αφορά στα πτηνά, μαυροπετρίτες, μύχοι της Μεσογείου, σπιζαετοί, πετρίτες κ.ά. Κι ενώ στα προστατευόμενα είδη χλωρίδας ανήκουν ενδεικτικά το Ελίχρυσο το ανατολίτικο (Helichrysum orientale), το Ηρύγγιο τα αμοργινό (Eryngium amorginum) και η Ανθυλλίς του Αιγαίου (Anthyllis aegaea), σε σημεία ιδιαίτερης ιστορικής-πολιτιστικής ή και περιβαλλοντικής αξίας καταλήγει το επιλεγμένο δίκτυο μονοπατιών 20 συνολικά χιλιομέτρων.

Κείμενο: Αγγελική Ηλιοπούλου Υπ. Διδάκτωρ Λατινικής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΙΟΣ

Ξεκίνησε από μικρός να δουλεύει ως ψαράς, έχοντας πάντα πολλή αγάπη για τη θάλασσα και τη μικρή του βάρκα. Η γέφυρα από το καΐκι του στέκει ακόμα αγέρωχη στο άγριο τοπίο πάνω από το εργαστήριό του ατενίζοντας το Αιγαίο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΙΟΣ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΙΟΥ

Όταν η κυρά Δέσποινα ερχόταν στη ζωή το 1930, τίποτα δεν προμήνυε τις καινοτομίες που θα έφερνε στο νησί. Δύσκολα παιδικά χρόνια, βαρβαρότητες από τους Ιταλούς και η εγκατάλειψη του σχολείου την οδήγησαν σε ένα φιλανθρωπικό έργο που έμεινε χαραγμένο στη «μνήμη» του νησιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΙΟΥ