You are currently viewing ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΗΣ

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΗΣ

    ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ:

Τα μάτια του έχουν δει πιο πολύ θάλασσα παρά στεριά σαν να ταξιδεύουν με την ταχύτητα της ή το αντίστροφο. Το χαμόγελό του πληθωρικό, δεσμευτικό σαν τον ήλιο, άγριο σαν τους αέρηδες και τις φουρτούνες που το δοκιμάζουν. Οι δικοί του, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, ψαράδες και εκείνοι από την άλλη μεριά του Αιγαίου. Πιστεύει πως το ψάρεμα είναι δουλειά ακριβώς όπως ο έρωτας, μπαίνεις εύκολα αλλά δεν μπορείς να φύγεις μετά, σε αιχμαλωτίζει η μυρωδιά της θάλασσας. Αν το ψάρεμα είναι τέχνη όπως λένε, είναι από τους καλούς τεχνίτες γιατί το αγαπάει και είναι χορτασμένος από αυτό που αγαπάει.Φαινεται από τον τρόπο που σε κοιτάει όταν σου διηγείται ιστορίες από τα ψαρέματα του, από το πως στέκεται στο καΐκι του, από τον τρόπο που μπαίνει ή βγαίνει από το λιμάνι.

Σαν να ευχαριστεί, σε μια γλώσσα χωρίς λέξεις μόνο με αισθήματα και ρυθμό, το καΐκι του και την θάλασσα για όσα του χαρίζουν καθημερινά άλα αυτά τα χρόνια. Εχει δοκιμαστεί και έχει δοκιμασει το ανελέητο και μεγαλόψυχο το αφιλόξενο και φιλόξενο Αιγαίο και αυτό του φτάνει.

Όταν ήταν μικρός έκανε μακροβούτια, ξέχναγε να βγει στην επιφάνεια λες και είχε βράγχια. Ήταν πολλά χρόνια σε καταδυτικά σκάφη με Ίμβριους σφουγγαράδες. Αν ήταν ψάρι θα ήταν από εκείνα τα μεγάλα και θα φώτιζε με το σκουλαρίκι του τον βυθό. Πιστεύει πως όταν μοιράζεις αγάπη τους τυφλωώεις όλους.

Το σκουλαρίκι το φόρεσε στα 18 όταν μπορούσε να ζήσει από μονος του. Αυτονομία. Το έβαλε επειδή του άρεσε χωρίς λόγο ιδιαίτερο και ίσως αυτό να κρύβει όλους τους λόγους που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Όταν δεν είναι στην θάλασσα κάθεται στο λιμάνι στο καφενείο Αιγαίον με άλλους ψαράδες και φίλους παλιούς και πίνει καφεδάκι. Λένε τα νέα τους κάνουν αστεία, ανοίγουν την ψυχή τους ο ένας στον άλλον και εκείνος πάλι προς την θάλασσα και το καΐκι ατενίζει.