Στο νησί τον γνωρίζουν ως Μπουλούκο. Κάποιοι δεν ξέρουν καν το πραγματικό του όνομα. Από παιδί είναι για όλους ο Μπουλούκος. Τελειώνοντας το δημοτικό, ο πατέρας του Μιχάλη Χατζηπέτρου τον ρώτησε αν θέλει να συνεχίσει το σχολείο. Εκείνος απάντησε όχι και έτσι στα δώδεκά του ξεκίνησε να δουλεύει στην οικοδομή. «Οικοδομή σήμαινε να φύγεις από την Σύμη στις τρεις το πρωί, για να φτάσεις στον Πανορμίτη στις επτά το ξημέρωμα, με σκοπό όταν θα ενηλικιωθώ να φύγω.».
Στα δεκαπέντε του ξεγέλασε τον πατέρα του και τον κατάφερε να υπογράψει το φυλλάδιό του για να μπαρκάρει. «Του είπα υπέγραψέ μου εσύ τώρα, γιατί αν όταν θα γίνω δεκαεπτά ζητάνε για το φυλλάδιο απολυτήριο γυμνασίου, δεν θα μπορώ να μπαρκάρω.». Έφυγε εν μία νυκτί και γύρισε μετά από δύο χρόνια. Γέμισε το βαλιτσάκι του και άφησε την μητέρα του να τρέχει με τα κλάματα στην αστυνομία μπας και μπορέσει να τον σταματήσει. Βρέθηκε μόνος του στον Πειραιά και από εκεί στην Ταϊλάνδη, την Ιαπωνία, την Κορέα. «Στην Κίνα δεν έτρωγα τίποτα όλη μέρα στο πλοίο για να βγω να φάω το βράδυ το fried rice. Τώρα καθώς μιλάμε περνάνε από μπροστά μου χιλιάδες εικόνες.».
Μπάρκαρε για να γλιτώσει την οικογένεια και τον εαυτό του από την φτώχεια. «Ένα αυγό όλο και όλο είχαμε να μοιραστούμε.». Τα λόγια του πατέρα του, όταν τον πήρε τηλέφωνο πριν μπει στο καράβι ήταν «πρόσεχε οι παρέες σου να είναι σίγουρα καλύτεροι από εσένα», αφού ήξερε πως πλέον δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να αποτρέψει το φευγιό του. Έμεινε στα καράβια μέχρι τα είκοσι επτά του στη θέση του πρώτου μάγειρα. «Καλά ήτανε, αλλά δεν παύει να στεναχωριέσαι επειδή ήσουνα μικρός. Μια φορά στους τρεις μήνες έπρεπε να παρακαλέσεις τον ραντιομαρκόνι για να μιλήσεις με το σπίτι σου.». Όταν επέστρεψε απ’ το πρώτο του ταξίδι, τον πήρανε τα κλάματα καθώς ξανάβλεπε τη Σύμη. Βρήκε τους γονείς του με δύο τρία πιτσιρίκια στην αγκαλιά, που δεν τα ‘χε γνωρίσει καν και ο πατέρας του τον έστειλε πρώτα να κουρέψει τα μακριά μαλλιά του και μετά να πάει στο σπίτι τους.
Το 1983 γνώρισε τη γυναίκα του ενώ περίμενε να έρθει το επόμενο μπάρκο του. Ήταν Βελγίδα ξεναγός στη Ρόδο και έφερνε τους τουρίστες και στη Σύμη. Παντρεύτηκαν και μόλις τελείωσε το συμβόλαιο που είχε τότε σε ένα γκαζάδικο δεν μπάρκαρε ξανά. Τότε αποφάσισε να ανοίξει ένα εστιατόριο, μιας και ήταν μάγειρας στα πλοία. Τα μέτρα όμως δεν βγαίνανε, και έτσι άνοιξε το πρώτο νυχτερινό μαγαζί στο νησί με το όνομα Μελτέμι. Την ίδια εποχή, είχε μια βάρκα και έκανε τα πρωινά στους ξένος γύρες στις παραλίες του νησιού. Κράτησε το μαγαζί είκοσι δύο χρόνια, ώσπου τον κούρασε η νύχτα και το ποτό.
Αφότου το έκλεισε χώθηκε πάλι στην οικοδομή, φτιάχνοντας ψηφιδωτά πατώματα, πετραδάκι πετραδάκι. Σαν έπεσε η δουλειά, το 2012 με την επιθυμία να φτιάξει και πάλι κάτι δικό του, πρότεινε στην γυναίκα του να ανοίξουν στην αυλή τους ένα παραδοσιακό μεζεδοπωλείο. Μόνος του στην κουζίνα, μαγειρεύει, πλένει, προετοιμάζει και χαίρεται να φτιάχνει μεζέδες για τους επισκέπτες του.

