You are currently viewing ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΣ

    ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ:

Τον Γιώργο τον δίδαξε απ’ τα δώδεκά του ο Μανώλης ο Σκουμπουρδής, ο Αόμματος, ψάλτης και σπουδαίος βιολιστής της Λέρου. Το βιολί με το οποίο παίζει μέχρι και σήμερα πρέπει να ‘τανε δικό του και θα μετράει τώρα πάνω από εκατό χρόνια. Του ‘δειξε σπουδαίους σκοπούς, σκοπούς που έχουν ξεχαστεί πια και με την βραχνή φωνή του, όπως λέει, τον εκοιτούσε πλάγια και του ‘λεγε «αν δεν με είχανε πάρει έτσι τα χρόνια, δεν θα στους έδειχνα τούτους τους σκοπούς βρε κερατά, αυτοί είναι σπουδαίοι σκοποί!».

Είδε στον Γιώργο την σπιρτάδα που χρειάζεται ένας βιολιστής για να ξεχωρίσει και για έναν χρόνο, κάθε μέρα το μόνο που έκαναν ήταν να πηγαίνει το πρωί στον δάσκαλό του να του μαθαίνει μουσική και το απόγευμα εκείνος να γυρνάει σπίτι και να την μελετά. Δεν έχασε ούτε μέρα μαθήματος και μελέτης.

Στα δεκατέσσερά του πήρε επάνω του ολάκερο το γλέντι μιας μεγάλης βάφτισης και την δεύτερη φορά που έπαιξε σε κόσμο πολύ, ήτανε σε πανηγύρι ανήμερα της Αγίας Μαρίνας, με τον κόσμο από κάτω θυμάται, να μοιάζει στην αρχή σαν αστέρια που κινούνταν στον ρυθμό του βιολιού του. Έτσι, καθώς πήρε το κολάι και με τα γλέντια, ήξερε πια πως αυτό ήταν που ήθελε να κάνει στη ζωή του. Χαιρότανε να βλέπει τους ανθρώπους να χορεύουνε τους Λέρικους σκοπούς του βιολιού του και να νιώθει τον διάλογο ανάμεσα στη μουσική και στην κίνηση.

Ακόμη διαβάζει, ρωτάει και ψάχνει ιστορίες που θα του φανερώσουν όλη την μουσική παράδοση του τόπου. Θυμάται από τον πάππο του και τον πατέρα του για τα γλέντια που κρατούσαν μέρες και για τις Κυριακές που οι άνθρωποι αφήνανε τις εργασίες τους και μαζεύονταν να φάνε και να παίξουν μουσική μαζί. Και σαν βλέπει νέα παιδιά να αγκαλιάζουν τα μουσικά όργανα των προγόνων τους, αγαλλιάζει και χαίρεται που συνεχίζουνε όσα αφήνουνε πίσω τους οι παλιοί σαν φεύγουνε σιγά σιγά. «Γιατί όσο εκείνοι χάνονται, τόσο χάνονται μαζί τους και οι παραδόσεις μας», όπως λέει, «και μόνο αν οι νέοι το θελήσουνε θα μπορέσουν να τις σώσουν.».

Κείμενο: Χριστίνα Κυπαρισσά