Ο κύριος Κώστας και η κυρία Χριστίνα ενώσανε τις ζωές του το 1964. Πήγαιναν σχολείο ακόμη όταν γνωρίστηκαν και αρέστηκαν, όπως λέει η κυρία Χριστίνα. Έπειτα, το είπαν στους γονείς τους, έγιναν οι συστάσεις, την ζήτησε και συμφωνήθηκε και ο γάμος. «Ο γάμος είναι ένα λαχείο, αν το κερδίσεις το κέρδισες.».
Κάποτε, για να χτίσουν το σπίτι τους, κουβαλούσανε τα υλικά από τα καράβια στο λιμάνι ως το χωριό με τα καρότσια και για να καταφέρουνε να πάρουν ένα σακί τσιμέντο, έπρεπε να κάνουνε τα αδύνατα δυνατά. «Υλικά δεν υπήρχαν, έπρεπε να τους φιλήσουμε τα πόδια για να μας τα δώσουν.»
Τον πατέρα του ο κύριος Κώστας τον γνώρισε στα πέντε του, όταν πήγαν να τον βρουν φαντάρο στα συμμαχικά στρατεύματα στην Παλαιστίνη, εκεί που βρέθηκε και η οικογένεια της κυρίας Χριστίνας στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από την πείνα και τις συγκρούσεις και παρ’ ολίγον να πνιγούν μεσοπέλαγα στη φωτιά του Empire Patrol.
Η μητέρα της, καθώς έπιασε η φωτιά, έπεσε στην θάλασσα για να σωθεί, κρατούσε για ώρες από έναν χαλκά στο πλάι του σκάφους και έτσι κατάφερε και σώθηκε. Τα χέρια της είχαν πια αγκυλώσει όταν την ανέσυραν τα ναυαγοσωστικά. Την νεογέννητη αδερφή της, που ήταν τότε ίσα με οκτώ ημερών, ο πατέρας της κουτσός και στην προσπάθειά του να σώσει τα τρία μεγαλύτερα παιδιά του, θα την άφηνε πίσω. «Πώς θα το ανέτρεφε το βυζανιάρικο αν πέθαινε η γυναίκα του στη θάλασσα.». Η θεία της τότε λυπήθηκε το βρέφος και βουτώντας στις φλόγες το έσωσε, δίνοντάς το στην γιαγιά του. Για καλή του τύχη, στην τσέπη της Καστελοριζίτικης φορεσιάς της η γριά είχε μια ξεχασμένη καραμέλα. Την άνοιξε, την έβαλε στο στόμα του μωρού, το έδεσε επάνω της να μην της φύγει μέσα στην αντάρα και έτσι επιβίωσε αυτό δώδεκα ώρες μέχρις να έρθουν να τους σώσουν.
Καθώς μιλούν για όσα θυμούνται, όσα έχουν ζήσει και όσα γνωρίζουν για τη ζωή τους από διηγήσεις, θαρρεί κανείς πως μπροστά στα μάτια του εκτυλίσσεται ταινία. Και οι δυο τους λένε και ξαναλένε για το πόσο δύσκολη ήταν η ζωή. Για τους πολέμους, για τους Τούρκους, για τις ανείπωτες κακουχίες της άγονης γραμμής. Για τότε που δεν ερχότανε τα πλοία ούτε για να φέρουν αλεύρι και έτσι η Χριστίνα κόντεψε να γεννήσει την πρώτη της κόρη πλάι στον καπετάνιο του πλοίου για την Ρόδο. «Φτάνουμε τον ρωτούσα, δεν αντέχω άλλο με έχουν πιάσει οι πόνοι, φτάνουμε μου έλεγε και είχαμε ακόμη μια ώρα δρόμο να δέσουμε στο λιμάνι. Πώς κρατιόμουνα να μην αφήσω το παιδί εκεί επιτόπου ένας θεός ξέρει.».
Απορούν και μακαρίζουν για το πόσο έχουν αλλάξει τώρα οι καιροί και έχουν οι άνθρωποι όλα τα καλά στα πόδια τους. «Μικρό Παρίσι έχουμε γίνει τώρα, ό,τι θέλεις έχεις και νομίζουμε πως έτσι εύκολα ήταν πάντα.».
Κείμενο: Χριστίνα Κυπαρισσά
