You are currently viewing ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΑΜΠΟΥΝΙΕΡΗΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΑΜΠΟΥΝΙΕΡΗΣ

Θυμάται στα έξι του χρόνια, με τη λύρα στα χέρια, να τον ανεβάζει ο πατέρας του ξυπόλητο παιδάκι επάνω σε ένα τραπέζι, καταμεσής του πανηγυριού. Ήθελε να δει εάν ο γιος του διέθετε από το χάρισμά του, και θα τα κατάφερνε να κάνει τον κόσμο να χορέψει. Και ο κόσμος χόρεψε, και ο Μιχάλης Τσαμπουνιέρης βαπτίστηκε λυράρης.

Κουβαλά την κληρονομιά μίας οικογένειας από καταβολής κόσμου μουσικών. Ο πατέρας του, υπήρξε για εκείνον το πρότυπό του και η μεγαλύτερή του αγάπη. Μόνη του επιθυμία ήταν να παίξει όπως εκείνος, να παίξει τέλεια τις δοξαριές του, και με το χρόνια το κατάφερε, και μαζί βρήκε τον δικό του, προσωπικό δρόμο, την μουσική του, το δικό του παίξιμο.

Αγαπά πάρα πολύ την μουσική, τα καθιστά γλέντια της Καρπάθου και την ιεροτελεστία των πανηγυριών, με τις μαντινάδες που μιλούν για την ξενιτιά και την απώλεια μέσα από τον θάνατο Η Καθαρά Δευτέρα είναι η αδυναμία του, καθότι μέρα αφιερωμένη στους αγαπημένους που έχουν φύγει από τον κόσμο τούτο, μέρα που η μουσική κεντάει την ψυχή και ο στίχος βγαίνει από βαθιά.

Είναι άνθρωπος περίεργος, επαναστάτης, που όπως λέει πάντα ήθελε να ξεχωρίζει. Όταν κάποια στιγμή ζήτησε από έναν οργανοποιό να του κάνει μια λύρα ξεχωριστή, όπως εκείνος, δούλευε έναν μήνα ολόκληρο για να μπορέσει να την ξεπληρώσει. Η λύρα όμως δεν τον ικανοποιούσε, δεν είχε τον ήχο που ήθελε. Έτσι αποφάσισε να φτιάξει μια με τα ίδια του τα χέρια. Έκανε την λύρα που ήθελε. Τον ήχο, τα πατήματα, τις νότες της. Και εν τέλει δε την κράτησε, παρά την πούλησε. Φτιάχνει έως και σήμερα λύρες, καθώς αυτό του δίνει την ευχαρίστηση της δημιουργίας, ωστόσο συνεχίζει να παίζει ακόμη με την μία από τις δυο λύρες της ζωής του. «Μια λύρα για να παίξει περνάει από 40 κύματα και έπειτα είναι αρκετή για να συνοδέψει έναν λυράρη σε όλη του τη ζωή. Ο πατέρας μου γέρασε με μία μόνο λύρα. Τον ήχο της δικής μου ο κόσμος τον ξέρει και τον αποζητά, έχει γίνει και για εκείνους βίωμα, όπως είναι και για εμένα.»