Όπως παραδίδει ο Παυσανίας, το νησί πήρε το όνομά του από την Αστυπάλαια, την αδελφή της Ευρώπης και κόρης του Φοίνικα και της Περιμήδης, κατά την αναφορά του Σαμίου ποιητή Άσιου του 8ου αι. π.Χ. Ο Ποσειδώνας, συνεχίζει ο Παυσανίας, έκανε με την Αστυπάλαια τον Αγκαίο που ήταν αδελφός του βασιλιά της Κω Ευρυπύλου (βλ. Κως), όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος. Ο Αγκαίος ήταν βασιλιάς των Λελέγων της Σάμης (Κεφαλονιά), αλλά δέκα χρόνια αργότερα και Αργοναύτης, και μάλιστα εκείνος που υποσχέθηκε να γίνει κυβερνήτης της Αργώς μετά τον θάνατο του Τίφη, όπως καταγράφει ο Απολλόδωρος. Πολύ νωρίτερα ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφερόμενος στη στιγμή που η Ήρα έβαλε θάρρος στην ψυχή του θλιμμένου Αγκαίου εξαιτίας του θανάτου του μάντη Ίδμονα και του κυβερνήτη της Αργώς Τίφη, μνημονεύει με την ευκαιρία πως ο ήρωας γεννήθηκε στις όχθες του ποταμού της Σάμου Ιμβράσου, όπου δηλ. και η Ήρα (βλ. Σάμος), με γενήτορές του την Αστυπάλαια και τον Ποσειδώνα. Ο Απολλώνιος είχε προφανώς υπ’ όψιν του την αναφορά του ιστοριογράφου Σιμωνίδη του Κείου του Γενεαλόγου του 5ου αι. π.Χ. και εγγονού του περίφημου λυρικού ποιητή, στην αναφορά του οποίου βασίστηκε και ο συγγραφέας των αρχαίων σχολίων στα Αργοναυτικά.

Αργότερα ο Στέφανος ο Βυζάντιος αντιγράφοντας αυτούσιο χωρίο από την Καθολική προσωδία του Ηρωδιανού, συμπεριλαμβάνει το νησί στις Κυκλάδες και γράφει πως ονομάστηκε από τη μητέρα του Αγκαίου. Ακόμη, πως όταν την κατοικούσαν Κάρες το νησί λεγόταν Πύρρα, όνομα που οφείλεται στο ερυθρό χρώμα της γης ή των βράχων της, ενώ καταγράφει και τα μεταγενέστερα Πύλαια και Θεών τράπεζα, που οφείλεται στην αφθονία των προϊόντων της (διὰ τὸ ἀνθηρὸν αὐτῆς). Ο Μελέτιος στην Παλαιά και Νέα Γεωγραφία του προσθέτει στα ονόματα αυτά και τα Ἀστυπαλία, Ἄστα (sic) Παλιά και Ἀστεία, ενώ ο Smith καταγράφει το Stampalia, όνομα που δόθηκε από τους Φράγκους, όπως και το νεότερο Αστροπαλαία ή Αστροπαλιά. Στην αρχαιότητα την έλεγαν και Ἰχθυόεσσα, γι’ αυτό και ο Οβίδιος περιγράφοντας την ουράνια πορεία Δαιδάλου και Iκάρου πριν τη μοιραία πτώση του δευτέρου, παρουσιάζει την Αστυπάλαια ως το νησί που ζώνει ο γιαλός με πλήθος ψάρια.

Κρήτες κατέκτησαν έπειτα την Αστυπάλαια κατά τη διάρκεια της θαλασσοκρατίας του Μίνωα, ο οποίος σύμφωνα πάλι με τον Οβίδιο, κατά την αναζήτησή του συμμαχικών δυνάμεων στο Αιγαίο για να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου του Ανδρόγεου, στη δύναμή του ενώνει την Ανάφη με υποσχέσεις, όμως με πόλεμο την Αστυπάλαια. Μετά τους Μινωίτες ακολούθησαν οι Μυκηναίοι, όπως επιβεβαιώνουν ευρήματα θολωτών τάφων στο Αρμενοχώρι και το Σύγκαιρο, καθώς και κτερίσματα αυτών. Κι ενώ Μεγαρείς αποίκους στην Αστυπάλαια (9ος αι. π.Χ.) αναφέρει ο Σκύμνος, επιγραφή του 4ου αι. π.Χ. μαρτυρά ως μητρόπολη της Αστυπάλαιας την Επίδαυρο, στη σχέση της οποίας με το νησί οφείλεται και η λατρεία στον Ασκληπιό (4ος αι. π.Χ.). Επιπλέον, ο Στράβων κάνει λόγο για την ίδρυση της αρχαίας πόλης Ροίτειον της Προποντίδας (σημ. Ιντεπέ), όπως και της πόλης Πόλιον κοντά στον ποταμό Σιμόεντα της Τροίας από Αστυπαλαιείς Δωριείς τον 7ο-6ο αι. π.Χ. Παρά τη δωρική της καταγωγή, την οποία επισημαίνει και ο Σκύλαξ συγκαταλέγοντάς την μεταξύ των «Λακεδαιμονικών» Κυκλάδων, εκείνων δηλ. που αποικίστηκαν από Λακεδαίμονες, κατά τον 5ο αι. π.Χ. η Αστυπάλαια στο πλευρό της Αθήνας γίνεται μέλος της Δηλιακής Συμμαχίας.

Απόδειξη οι κατάλογοι καταβολής φόρων στην Αθηναϊκή Συμμαχία που περιέχουν το εθνικό Ἀστυπαλαιεύς, το οποίο απαντά και σε Ελληνιστικά νομίσματα αλλά και σε επιγραφές. Από την Αστυπάλαια (μερικοί θεωρούν από την Αίγινα) ήταν o ιστορικός του 4ου αι. π.Χ., Ονησίκριτος, θαλλασσοπόρος αλλά και πλοίαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως και ο προγενέστερος Ολυμπιονίκης Κλεομήδης του 5ου αι. π.Χ., αναφερόμενος στον οποίο ο Παυσανίας κάνει λόγο για ναό της Αθηνάς. Από επιγραφές προκύπτει όχι μόνο η λατρεία της Αθηνάς στο νησί, αλλά και της Ήρας, τη στιγμή που αναφέρεται ακόμη ναός του Απόλλωνα με έναν τουλάχιστον οίκο και λατρευτικό άγαλμα, όπως και της Άρτεμης Λοχίας, με ικεσίες ίσως στην οποία για μια επιτυχή επόμενη γέννα πιθανόν να σχετίζεται το μοναδικό στον κόσμο βρεφικό νεκροταφείο στη θέση Κυλίντρα νότια της Χώρας (8ος αι. π.Χ.). Περαιτέρω, το νησί στόλιζε και πρυτανείο, θέατρο, στοά και αγορά.

Αν και ο Σκύλαξ συγκαταλέγει ανάμεσα στα νησιά των «Λακεδαιμονικών» Κυκλάδων και την Αστυπάλαια μετά τη Θήρα και την Ανάφη (Περ. 48), ο Στράβων χαρακτηρίζοντάς την ἱκανώς πελαγία, τη συγκαταλέγει στις Σποράδες μεταξύ Ρόδου, Κω και Κρήτης στο Καρπάθιο Πέλαγος, μαζί μεταξύ άλλων με την Τήλο και τη Χάλκη. Το ίδιο κάνει και ο συγγραφέας των αρχαίων σχολίων στον Διονύσιο τον Περιηγητή, σύμφωνα με τον οποίο τα νησιά αυτά οφείλουν την ονομασία τους αυτή στη μικρή μεταξύ τους απόσταση και επειδή είναι ριγμένα σαν σπέρματα. Κι ενώ ο Πομπώνιος Μέλας τοποθετεί την Αστυπάλαια κοντά στην Κρήτη, ο Πλίνιος συγκαταλέγει την Αστυπάλαια ανάμεσα σε νησιά του Καρπαθίου Πελάγους αλλά και αλλού αμέσως μετά την Ιππουρίδα, απέναντι από την οποία ανεφάνη η Ανάφη στους ναυαγούς Αργοναύτες. Παράλληλα, μετά τον Πλίνιο και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στο έργο του Γεωγραφική Ὑφήγησις κάνει λόγο για πόλη της Αστυπάλαιας. Επιπλέον, στο ναυτικό σύγγραμμα Σταδιασμός ἤτοι Περίπλους τῆς Μεγάλης Θαλάσσης ανωνύμου Βυζαντινού συγγραφέως του 3ου-4ου αι. μ.Χ., που διέσωσε αρχαιότερο πρότυπο κείμενο του 4ου αι. π.Χ. εξίσου αγνώστου συγγραφέως, η Αστυπάλαια τοποθετείται μεταξύ Νισύρου, Κω και Λέρου. Ακριβώς ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα και ευρισκόμενη στο πιο δυτικό σημείο των Δωδεκανήσων προς την πλευρά των Κυκλάδων, η Αστυπάλαια διαθέτει στοιχεία από νησιά και των δύο νησιωτικών συμπλεγμάτων, Κυκλαδίτικα-Δωδεκανήσια.

Η Αστυπάλαια χωρίζεται σήμερα σε δύο τμήματα, στο Μέσα και στο Έξω Νησί, που συνδέονται μεταξύ τους με μια στενή λωρίδα γης. Από τη Βυζαντινή εποχή διάσπαρτα είναι τα ερείπια χριστιανικών βασιλικών με ενδεικτικό παράδειγμα εκείνο της Άγιας Βαρβάρας στην Ανάληψη στη δυτική πλευρά του νησιού (Έξω Νησί) που ονομάστηκε και Μαλτεζάνα από τους Μαλτέζους πειρατές του Αιγαίου. Μνημείο σημαντικό της Μαλτεζάνας είναι και ο υστερορωμαϊκός λουτρώνας του Ταλλαρά με τα όμορφα ψηφιδωτά που απεικονίζουν τον ζωδιακό κύκλο, τις τέσσερεις εποχές και τον χρόνο προσωποποιημένο. Την ίδια εποχή κατά την οποία το Αιγαίο υποφέρει από πειρατικές επιδρομές, στη δυτική εξίσου πλευρά του νησιού κτίστηκε το κάστρο του Αγίου Ιωάννη.

Εκεί όπου υπήρχε όμως η αρχαία ακρόπολη του νησιού, στην κορυφή της πλαγιάς όπου είναι χτισμένη η Χώρα, βρίσκεται το κάστρο των Βενετών Querini, που εξουσίασαν την Αστυπάλαια από το 1207 έως και την Οθωμανική κατάληψη τον 16ο αιώνα, εξαιρουμένων των ετών 1269-1333 οπότε και το νησί ανακαταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς. Τα Δωδεκάνησα στις αρχές του 14ου αι. περιέρχονται στην κυριαρχία των Ιωαννιτών Ιπποτών με εξαίρεση την Αστυπάλαια, την Κάρπαθο και την Κάσο. Μέσα στην ερειπωμένη καστροπολιτεία όπου τα ευρεθέντα όστρακα επιβεβαιώνουν τη συνεχή κατοίκηση από τα όψιμα Γεωμετρικά χρόνια έως και τα Ελληνιστικά, βρίσκεται σήμερα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου αλλά και η μετεγενέστερή της εκκλησία της Παναγίας της Πορταΐτισσας ή Παναγιάς του κάστρου (Ευαγγελίστριας) του 18ου αιώνα.

Αμέσως μετά την έναρξη της Ιταλικής κατοχής (1912-1943) η Αστυπάλαια συγκαταλέγεται μαζί με την Κάρπαθο και την Κάσο στα βενετικά νησιά από τον Ιταλό συγγραφέα Giuseppe Gerola, που διαίρεσε τις δεκατρείς Σποράδες σε τρεις ομάδες νησιών. Ακολουθώντας τη μοίρα και των υπολοίπων Δωδεκανήσων, υφίσταται και τη σύντομη γερμανική και βρετανική κατοχή (1943-1947) έως ότου περιέρχεται πλέον στην Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα μόλις δύο χρόνια έπειτα από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, στις 10/2/1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων (Συνθήκη Ειρήνης με την Ιταλία).

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΙΛΤΣΙΧΤΣΗΣ

Ο Ανδρέας Κιλτσιχτσής γεννήθηκε μέσα σε μια οικογένεια που αν και δεν είναι ελληνική, φέρει μεγάλο κομμάτι ελληνικότητας μέσα από την πίστη της, κομμάτι μίας μειονότητας αραβόφωνων ορθοδόξων της Αντιόχειας. Ο πατέρας του Κωνσταντινοπολίτης, ο ίδιος του Αθηναίος. Για χωριό του λογίζεται ένας μικρός τόπος ανάμεσα στο Χαλέπι και την…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΑΝΔΡΕΑΣ ΚΙΛΤΣΙΧΤΣΗΣ

ΕΛΕΝΗ ΜΕΤΑΞΩΤΟΥ

Η κυρά Ελένη, η κυρά της Σύρνας, μαζί με τον πατέρα της, τον Σαμψάκο, επέλεξαν το 1947 που οι καρδιές μαυρίζαν από το δηλητήριο του ρατσισμού, να απαντήσουν με ό,τι γνώριζαν καλύτερα: με φως. Και έτσι μαζέψανε από τη θάλασσα 785 Εβραίους, θύματα που επέζησαν από τη φρίκη των ναζί, που προς την πορεία τους προς Παλαιστίνη, το αδέξιο ατμοκίνητο «Αθηνά» τους βύθισε στο ραξοβόλι της Σύρνας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΕΛΕΝΗ ΜΕΤΑΞΩΤΟΥ